Διπλωματία των αγωγών, “Βήμα Ιδεών”, Ιανουάριος 2009΄

H πρόσφατη επικύρωση της συμφωνίας Ελλάδας-Ρωσίας για τον South Stream σε συνάρτηση με τον πετρελαιαγωγό Μπουργκάς Αλεξανδρούπολης και τον τουρκο-ελληνο-ιταλικό αγωγό φυσικού αερίου αναμένεται να καταστήσουν -άμα τη υλοποιήσει τους- τη χώρα μας σημαντικό κρίκο στον ανεφοδιασμό της Δύσης με τους υδρογονάνθρακες της Κασπίας.

Προκειμένου αυτό να γίνει εφικτό, η χώρα μας αξιοποίησε τρεις παράγοντες:

1. Την πρόθεση της Ρωσίας, ως απότοκο της κρίσης με την Ουκρανία και των προβληματικών σχέσεων με Πολωνία και Βαλτικές, να αναζητήσει νέους, περισσότερο ασφαλείς και προβλέψιμους ενεργειακούς δρόμους.

2. Την ανάγκη της Μόσχας να απεξαρτηθεί σταδιακά από τα Στενά, αφού η διέλευση από αυτά είχε καταστεί χρονοβόρα και είχε τεράστιο κόστος.

3. Την προσπάθεια του Κρεμλίνου να επανακάμψει στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης με κύριο εργαλείο τη δημιουργία νέων ενεργειακών οδών διαμετακόμισης των υδρογονανθράκων της Κασπίας στη Δύση.

Ενώ δεν θα πρέπει να υπερβάλλουμε ως προς το ρόλο της Ρωσίας στην αγορά ενέργειας, από την άλλη δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε κάποια δεδομένα που αφορούν εν πολλοίς και τη ΝΑ Ευρώπη και καθιστούν την ενεργειακή διαφοροποίηση της Ευρώπης από τη Ρωσία σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Πιο συγκεκριμένα:

α) Τις πρόσφατες συμφωνίες που έχει συνάψει η Ρωσία με Καζαχστάν, Τουρκμενιστάν και Ουζμπεκιστάν, με επακόλουθο, ελέγχοντας μεγάλο μέρος των εξαγωγών τους, αφενός να ισχυροποιεί τη θέση της σε σχέση με τη Δύση και αφετέρου να περιορίζει το κομμάτι της ενεργειακής πίτας για τους ευρωπαίους εταίρους της -τις δυνατότητες των εν λόγω κρατών για απευθείας συμφωνίες και παροχή ενέργειας με τρίτες χώρες χωρίς τη συμμετοχή ή «συγκατάθεση» της Μόσχας-, εξασφαλίζοντας και ένα δυνητικό ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ Βρυξελλών και μετασοβιετικών δημοκρατιών πλούσιων σε υδρογονάνθρακες, με εμφανή στόχο να αποστερήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση τη δυνατότητα να διαπραγματευθεί απευθείας με τις εν λόγω χώρες.

β) Την απροθυμία του Αζερμπαϊτζάν, που άλλωστε εν μέρει διασφάλισε και την ομαλή επανεκλογή Αλίεφ, όπως εκφράστηκε και στην επίσκεψη του αμερικανού αντιπροέδρου Τσέινι, να προσδεθεί, ως άλλη Γεωργία, στο αμερικανικό άρμα κοντραριζόμενο «ενεργειακά» με το Κρεμλίνο. Στην παρούσα φάση τουλάχιστον, το Μπακού ανησυχεί μήπως έχει την τύχη της Γεωργίας (εξ ου και η ουδετερότητά του), ενώ βλέπει στην Τουρκία ένα σκληρό διαπραγματευτή που θέτει μαξιμαλιστικούς στόχους- π.χ., τη μεταπώληση αζερικού αερίου και όχι απλώς τη διέλευση, γεγονός που λειτουργεί ανασταλτικά για σχέδια, τα οποία θα παρακάμπτουν τη Ρωσία.

γ) Την πρόσφατη τριεθνή συμφωνία Ρωσίας-Ιράν-Κατάρ για έναν άτυπο ΟΠΕΚ φυσικού αερίου, που έχει μεν σαφείς περιορισμούς, αλλά και δυνατότητες. Εκ των πραγμάτων είναι αδύνατον να καταφέρουν να καθορίσουν τις τιμές φυσικού αερίου, υπάρχουν ωστόσο άλλα οφέλη που συνοδεύουν το εγχείρημα. Αναμφίβολα ο μεγάλος κερδισμένος είναι το Κρεμλίνο, το οποίο εξασφαλίζει την πρόσβασή του στις ενεργειακές πηγές του Κατάρ και του Ιράν. Μάλιστα η Μόσχα θα έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει στην εκμετάλλευση όχι μόνο κοιτασμάτων που βρίσκονται ήδη σε κάποια φάση ανάπτυξης, αλλά και σε αυτά τα οποία ακόμη παραμένουν ανεκμετάλλευτα. Επιπλέον, μέσω του Κατάρ θα επεκτείνει τις δραστηριότητές της και στο LΝG (υγροποιημένο αέριο), το οποίο, παρ΄ ότι ακριβότερο, έχει αρχίσει να ανταγωνίζεται τους αγωγούς της.

Σε κάθε περίπτωση, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι η εξάρτηση Ρωσίας- Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι καθόλου μονοδιάστατη. Η Ευρώπη πληρώνει αδρά και στην ώρα της. Αν και μόλις το 35% των εξαγωγών της Gazprom κατευθύνεται προς τη Γηραιά Ηπειρο, τα προερχόμενα από τις ευρωπαϊκές χώρες έσοδα ξεπερνούν το 65%.

Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίζαμε ότι, δεδομένων των σχετικά περιορισμένων οικονομικών κερδών τους, η βασική επιδίωξη των κρατών διέλευσης είναι η αναβάθμιση του γεωπολιτικού τους ρόλου και κυρίως η ενδυνάμωση της διαπραγματευτικής τους θέσης σε ευρύτερα ζητήματα, ανεξάρτητα της ενέργειας π.χ., η ελληνική κυβέρνηση στέλνει ένα μήνυμα ανυπακοής στις ΗΠΑ, οι οποίες τα τελευταία χρόνια δεν μας έχουν στηρίξει σε κανένα μεγάλο εθνικό θέμα. Ο ρόλος των ΗΠΑ παραμένει ωστόσο δομικός στην επίλυση των εθνικών μας θεμάτων.

Η Αθήνα από την πλευρά της θα πρέπει να αναζητήσει και άλλες πηγές τροφοδοσίας,  προκειμένου να απεγκλωβιστεί από το εν εξελίξει γεωπολιτικό μπρα ντε φερ Μόσχας- Ουάσιγκτον Σε ένα γενικό πλαίσιο, μεταξύ αυτών θα μπορούσαν να είναι:

1. Οι θέσεις εργασίας στο στάδιο της κατασκευής αλλά και λειτουργίας. Δύσκολο να προβλεφθούν οι ανάγκες και, συνεπώς, ο ακριβής αριθμός. Αυτό θα εξαρτηθεί και από το κατά πόσον οι αγωγοί θα συνοδευτούν από έργα υποδομής, δημιουργία αποθηκευτικών χώρων κ.ά.

2. Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων (π.χ. ενέργεια, real estate, τουρισμός, νέες τεχνολογίες) που, αν αξιοποιηθούν σωστά, θα συμβάλουν στις αναπτυξιακές προοπτικές για τις περιοχές της Β. Ελλάδας, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι υποβαθμισμένες.

3. Η διασφάλιση ποσοτήτων για την ενεργειακή επάρκεια της χώρας, εν τούτοις αποφεύγοντας την εξάρτηση σε απόλυτα νούμερα από ένα και μόνο προμηθευτή. Η λογική ότι προμηθευόμαστε (υγροποιημένο) φυσικό αέριο από την Αλγερία και συνεπώς δεν εξαρτιόμαστε από τους Ρώσους είναι προφανώς έωλη, όταν το 78% του αερίου που καταναλώνουμε είναι ρωσικό. Ουδείς αμφιβάλλει ότι η εξάρτηση, από οπουδήποτε και αν προέρχεται, δεν είναι επιθυμητή.

4. Οι δυνατότητες μεταπώλησης πετρελαίου ή/και φυσικού αερίου από τη χώρα μας. Τα οικονομικά και γεωπολιτικά μας οφέλη θα πολλαπλασιάζονταν στην περίπτωση που, κατόπιν συμφωνιών, διασφαλίζαμε ένα μέρος των αποθεμάτων που θα διέρχονται από το έδαφός μας, ώστε να τα μεταπωλούμε σε άλλες χώρες (π.χ. της Βαλκανικής). Ένα τέτοιο ενδεχόμενο προϋποθέτει σκληρή διαπραγμάτευση, γιατί προκαλεί απώλειες στο κράτος-προμηθευτή.

Είναι σαφές ότι η Ρωσία επιχειρεί να επανακάμψει στη ΝΑ Ευρώπη με εργαλείο τους αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Είναι όμως επίσης βέβαιο ότι οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρούν ισχυρά πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά ερείσματα στην εν λόγω περιοχή.

Η Αθήνα από την πλευρά της θα πρέπει να αναζητήσει και άλλες πηγές τροφοδοσίας, προκειμένου να απεγκλωβιστεί από το εν εξελίξει γεωπολιτικό μπρα ντε φερ Μόσχας- Ουάσιγκτον. Η Ελλάδα, όπως και άλλα κράτη διέλευσης, προφανώς δεν επιθυμεί να ταυτιστεί με τον ένα ή τον άλλο πόλο εξουσίας, αφήνοντας ανοιχτές όλες τις εναλλακτικές δυνατότητές της ώστε να κατοχυρώσει την τροφοδοσία της από διαφορετικές πηγές. Συνεπώς η έντονη δραστηριοποίηση της χώρας μας τα τελευταία χρόνια πρέπει να συνεχιστεί και προς άλλες κατευθύνσεις. Χώρες όπως το Κατάρ, η Αλγερία, η Αίγυπτος, ακόμη και η Λιβύη θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην ενεργειακή διαφοροποίηση της, ούτως ή άλλως, μικρής ελληνικής αγοράς, με τις οποίες η εξεύρεση ενός κοινού παρονομαστή και ενός μοντέλου συνεργασίας δεν αποτελεί απαγορευτικό στόχο. Όπως επίσης αξίζει να δούμε και την προοπτική απευθείας συνεννόησης -χωρίς μεσολαβητές- με κράτη που δυνητικά μπορούν να ευνοήσουν το σκοπό της ενεργειακής διαφοροποίησης της χώρας μας, ενισχύοντας παράλληλα και τις προοπτικές του εγχώριου ανταγωνισμού.