Κιργιστάν: Ο εφιάλτης της εθνοτικής σύγκρουσης εξαπλώνεται στο νότιο τμήμα της χώρας
Jun 15th, 2010 | By ΚΕΡΕΝΕ | Category: ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ, ΠΟΛΙΤΙΚΗΣε τραγωδία εξελίσσεται η εθνοτική σύγκρουση στο νότιο Κιργιστάν, καθώς κλιμακώνονται οι βιαιοπραγίες ανάμεσα σε Κιργίζιους και Ουζμπέκους πολίτες της χώρας, δημιουργώντας έντονες ανησυχίες αναφορικά με τη σταθερότητα σε ολόκληρη την περιοχή.
Η έντονη πολιτική αναταραχή που επικρατεί στη χώρα μετά την ανατροπή του προέδρου Kurmanbek Bakiyev κατά τον περασμένο Απρίλιο και την ανάληψη της ηγεσίας από τις αντιπολιτευόμενες δυνάμεις έχει αναμοχλεύσει τις έντονες εθνοτικές διαφορές που υποβόσκουν ανάμεσα στους Κιργίζιους και τους ουζμπεκικής καταγωγής συμπολίτες τους. Πράγματι, παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης, η κατάσταση που επικρατεί τις τελευταίες εβδομάδες στο νότιο τμήμα της χώρας χαρακτηρίζεται από συνεχή βίαια περιστατικά ανάμεσα στις δύο εθνοτικές ομάδες, καθώς και ανάμεσα σε υποστηρικτές του Bakiyev και τις δυνάμεις ασφαλείας της νέας κυβέρνησης. Ωστόσο, από τα τέλη τις προηγούμενης εβδομάδας οι συγκρούσεις έχουν λάβει το χαρακτήρα μιας ανεξέλεγκτης σύγκρουσης με επίκεντρο τις πόλεις Osh και Jalalabad, όπου ζουν οι περισσότεροι Κιργίζιοι ουζμπεκικής εθνότητας.
Οι πρώτες συγκεχυμένες πληροφορίες από τις περιοχές των συγκρούσεων έκαναν λόγο για ξέσπασμα ενός κύματος ανεξέλεγκτης βίας που ξεκίνησε το βράδυ της 10ης Ιουνίου κατόπιν μικρής κλίμακας διαπληκτισμών μεταξύ πολιτών στο κέντρο της πόλης Osh. Έκτοτε αναφέρονται ολοένα αυξανόμενοι αριθμοί νεκρών και τραυματιών από συγκρούσεις μεταξύ Κιργίζιων και Ουζμπέκων, οδομαχίες, λεηλασίες και πυρπολήσεις σπιτιών και καταστημάτων, ενώ οι τοπικές κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας αδυνατούσαν ολοφάνερα να αντιμετωπίσουν την έκρυθμη κατάσταση. Στις 11 Ιουνίου η κυβέρνηση αντέδρασε, κηρύσσοντας την πόλη σε κατάσταση έκτατης ανάγκης και αποστέλλοντας μηχανοκίνητες ομάδες των σωμάτων ασφαλείας για την αποκατάσταση της τάξης.
Ωστόσο, οι ελλιπώς επανδρωμένες και εξοπλισμένες κυβερνητικές δυνάμεις δεν μπόρεσαν να περιορίσουν τις αιματηρές συγκρούσεις και στις 12 Ιουνίου έφτασαν οι πρώτες πληροφορίες για εξάπλωση των συγκρούσεων στην πόλη Jalalabad και στις γύρω περιοχές. Οι αναφορές για τα θύματα των συγκρούσεων ξεκίνησαν κάνοντας λόγο, στις 11 Ιουνίου, για 50 περίπου νεκρούς και στις 13 Ιουνίου ο αριθμός αυτός ανήλθε σε πάνω από 113 νεκρούς και πάνω από 1000 τραυματίες, σύμφωνα με ανακοινώσεις του υπουργείου Υγείας της χώρας. Στις 13 Ιουνίου, η κυβέρνηση αποφάσισε να επεκτείνει το καθεστώς έκτακτης ανάγκης σε ολόκληρη την επαρχία του Jalalabad (σε ισχύ μέχρι τις 22 Ιουνίου), με πλήρη απαγόρευση της κυκλοφορίας και παροχή άδειας στους άνδρες των σωμάτων ασφαλείας για χρήση όπλων κατά των παραβατών. Τέλος, αποτέλεσμα της έκρυθμης κατάστασης είναι η δημιουργία μεγάλου προσφυγικού ρεύματος Κιργίζιων ουζμπεκικής εθνότητας προς το Ουζμπεκιστάν, το οποίο στις 13 Ιουνίου, άνοιξε τελικά τα σύνορά του. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες 75.000 άνθρωποι (κυρίως γυναίκες και ηλικιωμένοι) έχουν ήδη περάσει στην ουζμπεκική επικράτεια.
Η ραγδαία εξάπλωση της βίας στο νότιο τμήμα της χώρας ανάγκασε το τρομοκρατημένο Μπισκέκ να καταφύγει σε ριζοσπαστικά μέτρα. Στις 12 Ιουνίου η κυβέρνηση κήρυξε μερική επιστράτευση των εφέδρων, δηλαδή την έναρξη της διαδικασίας επιστράτευσης όλων των ενήλικων ανδρών μέχρι της ηλικίας των 50 ετών, η οποία θα ξεκινούσε από την επομένη. Σύμφωνα με δηλώσεις αξιωματούχων, σκοπός της κυβέρνησης είναι η χρήση του στρατού σε περίπτωση που η κατάσταση ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Επίσης, την ίδια ημέρα η επικεφαλής της προσωρινής κυβέρνησης, Roza Otunbayeva, σε μια κίνηση που αναμφίβολα μαρτυρά αγωνία, ανακοίνωσε στους δημοσιογράφους πως από την προηγούμενη κιόλας είχε ζητήσει τη συνδρομή της Μόσχας στην αντιμετώπιση της κατάστασης. Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση ζήτησε την αποστολή Ρώσων κυανοκράνων, η ανάπτυξη των οποίων στην περιοχή θα βοηθούσε στον τερματισμό των συγκρούσεων. Επισημαίνεται πως η Ρωσία διαθέτει στρατιωτική βάση στην περιοχή Kant του βορείου Κιργιστάν.
Η αντίδραση της Μόσχας στην εν λόγω έκκληση υπήρξε προσεκτική. Στις 12 Ιουνίου η εκπρόσωπος τύπου του Ρώσου προέδρου, Natalya Timakova, δήλωσε πως η απόφαση για αποστολή ειρηνευτικών δυνάμεων θα ληφθεί στα πλαίσια του Οργανισμού Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας (Collective Security Treaty Organization – CSTO), τα όργανα του οποίου θα συζητήσουν επί του θέματος στις 14 Ιουνίου. Ωστόσο, την ίδια ημέρα ο Ρώσος πρόεδρος αποφάσισε την άμεση αποστολή μεγάλης ποσότητας ανθρωπιστικής βοήθειας στη δοκιμαζόμενη χώρα.
Εκτίμηση
Η εκρηκτική «εθνοτική παράμετρος» του εσωτερικού αγώνα για επικράτηση ανάμεσα στην προσωρινή κυβέρνηση του Κιργιστάν και στα υπολείμματα του καθεστώτος Bakiyev αποτέλεσε τη θρυαλλίδα που έφερε τη χώρα για ακόμη μία φορά στο χείλος του εμφυλίου πολέμου. Οι εθνοτικές συγκρούσεις στο νότιο τμήμα της χώρας αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία των εύθραυστων πολιτικών και κοινωνικών ισορροπιών που καλείται να διαφυλάξει η νέα ηγεσία προκειμένου να εξασφαλίσει ένα βιώσιμο μέλλον για τον κιργιζιανό λαό. Η συνέχισή τους είναι σίγουρο πως θα προκαλέσει μια μεγάλης κλίμακας ανθρωπιστική καταστροφή στην ίδια τη χώρα, ενώ παράλληλα θα έχει σημαντικές συνέπειες γεωπολιτικού και στρατηγικού χαρακτήρα στην ευρύτερη περιοχή. Καταρχήν, είναι πιθανό να προκαλέσει έντονες τριβές στις σχέσεις του Κιργιστάν με το (επίσης ασταθές εσωτερικά) Ουζμπεκιστάν, ενώ παράλληλα μπορεί να αποτελέσει μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για τα ακραία στοιχεία του ισλαμικού φονταμενταλισμού στην περιοχή, ώστε να μπορέσουν να ενισχύσουν τη δραστηριότητά τους. Από την άλλη πλευρά, η αποσταθεροποίηση της χώρας που φιλοξενεί την κυριότερη βάση ανεφοδιασμού των δυτικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν (τη βάση στο Manas), δεν μπορεί παρά να προκαλεί τις έντονες ανησυχίες της Ουάσινγκτον. Τέλος, κομβικής σημασίας είναι ο ρόλος της Μόσχας. Η έκκληση της εμφανώς αποθαρρυμένης κυβέρνησης του Μπισκέκ για ρωσική στρατιωτική-ειρηνευτική βοήθεια αποδεικνύει πως η Μόσχα αποτελεί πλέον την αξιόπιστη δύναμη εκείνη στην οποία οι χώρες της περιοχής προσβλέπουν για συνδρομή. Επομένως, η συνεισφορά της Ρωσίας στη διευθέτηση της κρίσης –και μάλιστα μέσα από τους μηχανισμούς του CSTO και την «κάλυψη» της πολυμερούς δράσης που αυτός προσφέρει– θα ενισχύσει περαιτέρω το προφίλ του «φρουρού» της σταθερότητας στην περιοχή, ενώ παράλληλα θα της εξασφαλίσει –μέσω της παρουσίας ρωσικών στρατευμάτων που εγγυώνται την ειρήνη στη χώρα– τη δυνατότητα άσκησης άμεσης επιρροής στις αποφάσεις της κιργιζιανής κυβέρνησης για μεγάλο χρονικό διάστημα.